Ξυπνάς, σηκώνεσαι από το κρεββάτι, ανάβεις τον θερμοσίφωνα και επιστρέφεις να ζεσταθείς και να προσπαθήσεις να κοροϊδέψεις την μέρα. Χαμογελάς. Αποφασίζεις πως πρέπει να σηκωθείς οριστικά και κατευθύνεσαι προς την κουζίνα. Γεμίζεις την κούπα με γάλα και πηγαίνεις να βάλεις μουσική. Δεν κοιτάς καν τι υπάρχει μέσα, θές κάτι να ακούσεις, κάτι που έχει την δύναμη να σταματήσει τις σκέψεις που ξυπνάνε και αυτές σιγά σιγά. Σιδερώνεις την μπλούζα που θα φορέσεις και σκέφτεσαι πως το νερό θα είναι έτοιμο. Αφήνεις λίγο ανοιχτή την πόρτα παρα το κρύο για να μπορείς να ακούς την μουσική. σιγοτραγουδώντας τους στίχους, που θα τους παρασύρει το νερό καθώς ξεκινάει το ταξίδι του. Δεν προσέχεις το σώμα σου, είναι μια ρουτίνα. Κάθε πρωϊ μπάνιο, βούρτσιμα, ντύσιμο. Οι σκέψεις είναι αυτές που δεν χορτάσανε απαντήσεις από την προηγούμενη μέρα. Η σκηνή πριν την έκρηξη είναι πάντα η σκηνή όπου ο ήρωας δεν αμφισβητεί την ρουτίνα. Ντύνεσαι και μαζεύεις τα βιβλία από το πάτωμα, τις κάρτες, τα λεφτά, το τηλέφωνο και το βιβλίο που δεν κατάφερες να τελείωσεις την προηγούμενη νύχτα· στο λεωφορείο δε σε ενοχλεί κανείς. Φτάνεις στην καφετέρια, αγοράζεις ένα μπουκάλι νερό και βγαίνοντας ανεβαίνεις τις σκάλες για να φτάσεις μετα από μερικούς διαδρόμους στην είσοδο του γραφείου σου. Ανοίγοντας τον υπολογιστή, κολλημένα πάνω στην οθόνη του βρίσκονται αρκετά κίτρινα χαρτάκια που μια άλλη εκδοχή του εαυτού σου, από το μέλλον ή το παρελθόν είναι πλέον εξίσου πιθανόν, να σου έγραψε τι πρέπει να κάνεις, για να ικανοποιήσεις την μια εκδοχή ή για να φτάσεις σώος στην άλλη.
Ξεκινάς να τακτοποιείς τις εκκρεμότητες, να ανοίγεις τα μηχανήματα και να σχεδιάζεις πως θα καταφέρεις να κάνεις οσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα μπορείς. Αδύνατον, αλλά το κάνεις. Βρίσκεις τους υπόλοιπους, δάχτυλα χτυπουν σε επιφάνεις, διακόπτες ελέγχονται, η ένταση καταγράφεται και ξεκινάς.
Δεν γνωρίζεις πόση ώρα έχει περάσει, αλλά παρατηρείς πως ξαφνικά δεν ακούγεται κανένας ήχος. Σηκώνεσαι, βγάζεις τα γάντια και καθώς τα αφήνεις να πέσουν στο έδαφος κοιτάς πως όλοι λείπουν. Βγαίνεις στον διάδρομο όπου τα φώτα τρεμοπαίζουν· το ραδιόφωνο στο διπλανό δωμάτιο είναι συντονισμένο σε έναν ειδησεογραφικό σταθμό. Μόνο που δεν υπάρχουν ειδήσεις. Κατεβαίνεις τα σκαλία όταν στον ορίζοντα σου εμφανίζεται ο χώρος στάθμευσης· αμάξια παρατημένα στη μέση του δρόμου, με τις πόρτες να χάσκουν ανοιχτές.
Πεινάς.
Επιστρέφεις πίσω και βγάζεις το φαγητό από την τσάντα. Στο δωμάτιο με το φούρνο μικροκυμάτων κάποιος άφησε ένα πιάτο με στεγνό κρέας. Ένα λεπτό και 20. Κοιτάς τις αφίσες, την αλληλογραφία, τις αγγελίες. Έτοιμο. Πηγαίνεις προς την καφετέρια. Τα ψωμιά είναι ζεστά αλλά το φαγητό τελείωσε· κανείς δεν επέστρεψε τον δίσκο του. Κάθεσαι στην άκρη όπου ο ήλιος θα ακουμπά τα πόδια σου και κοιτάς απ'έξω. Ησυχία.
Όταν τελειώνεις σκέφτεσαι πως μπορείς για μια φορά να αφήσεις τον δίσκο στο τραπέζι, ούτως ή άλλως δεν υπάρχει κανείς να το προσέξει, αλλά δεν σταματάς. Ο δίσκος επιστρέφεται κανονικά στη θέση του.
Βγαίνοντας κοιτάς στα δεξία, θέλοντας να δείς μια φορά ακόμα το τοπίο για να επιστρέψεις στην δουλεία. Κάτι τραβάει την προσοχή σου και ακινητοποιείσαι. Δεν μπορείς να καταλάβεις τι είναι αυτό. Διστακτικά προχωράς προς την τζαμαρία, από όπου και πάλι δεν αναγνωρίζεις τι είναι αυτό που τραβάει την προσοχή σου. Ανοίγεις την πόρτα, και όταν κλέινει πίσω σου θυμάσαι πως το χερούλι είναι χαλασμένο. Γυρίζεις τρομαγμένος αλλά δεν πας να δοκιμάσεις να την ανοίξεις. Είναι μάταιο. Γυρνάς και προχωράς μέχρι την άκρη.
Μια λεμονία.
Υπέροχη. Καταπράσινη και γεμάτη λεμονοανθούς. Η μυρωδία της φτάνει μέχρι εκεί που στέκεσαι, αφυπνίζοντας τους αδένες σου. Ο κορμός της γερός, τοποθετημένος με σθένος στη μέση ενός, αδιάφορου από κάθε άλλη άποψη, χωροθετημένου χωραφιού. Κάθε σου βήμα προσθέτει την πραγματικότητα στην προοπτική. Μια μεγάλη λεμονία.
Κατεβαίνεις την σκάλα, και για πρώτη φορά, ξεπερνάς τα όρια του κτιρίου.
Τα παπούτσια σου γεμίζουν λάσπες και είναι δύσκολο να μετακινηθείς, οπότε κάθεσαι κάτω και λύνεις τα κορδόνια. Τα χέρια σου, όταν αφήνονται στο έδαφος έτοιμα να σε σηκώσουν ξανά, αγγίζουν το δροσερό χώμα. Η μυρωδιά της γής μεταφέρει τη δύναμη του δέντρου.
Βρίσκεσαι ήδη κρυμμένος κάτω από τα φύλλα της όταν προσέχεις πως η σκιά της καλύπτει το μισό χωράφι σχεδόν. Ο ήλιος δυσκολευεται να βρεθεί δίπλα σου, κι όμως η ζεστασία του δεν απουσιάζει. Ένα λεμόνι βρίσκεται πεσμένο στο έδαφος, μισοανοιγμένο. Το ακουμπάς και φέρνεις τα δάχτυλα σου κοντά στη μύτη. Οι σκέψεις εξαφανίζονται μέσα στη μυρωδία. Εμφανίζονται οι φίλοι, οι ζωντανοί, οι νεκροί, τα σημάδια, οι ανάγκες, οι αυταπάτες.
Κλείνεις τα μάτια για να δεχτείς την ξινή του γεύση καθώς το πιέζεις να βγάλει το χυμο του.
Γλυκό.
Είσαι στο γραφείο και οι ερωτήσεις φτάνουν μισές. Ορίστε; Ξανακάνεις την ερώτηση. Δεν ξέρω. Έρχομαι, μισό λεπτό μονο να τελειώσω κάτι. Ναί· όντως.
Μυρίζει λεμόνι.
Χρόνια πολλά μαλάκα.
-----------------------------------
//construction: in vitro I//

2 χαστούκια και μία αγκαλία....:
ακριβώς αυτό.
http://www.youtube.com/watch?v=SBmAPYkPeYU
ναί. και να μην μου πάρετε την αλληλογραφία.
αυτό θέλω για δώρο.
Χρόνια πολλά, απλώς.
Πολύ μου άρεσε ο μετατοπισμός των τόνων σε μερικές λέξεις. Και γενικότερα, ο μετατοπισμός.
Δημοσίευση σχολίου