Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

ο συνδρομητής που καλέσατε, αυτή τη στιγμή επιλέγει την απουσία



Παρακολουθούσε το χέρι του να παρασύρεται από την ροή του άερα και να ανεβοκατεβαίνει γρήγορα και με δύναμη καθώς το αυτοκίνητο διέσχιζε την έρημο. Το χερούλι του παράθυρου βρισκόταν στο πάτωμα και ήταν πλέον αδύνατον να ξαναβρεθεί στην αρχική του θέση. Ο ήλιος έκαιγε την οροφή του παλιού φόρντ προσπαθώντας να ενοχλήσει τους επιβάτες του όσο ο χάρτινος ήρωας έδειχνε τους αριθμούς 7 και 3. Σε λίγο ο ήλιος θα γινόταν δυνατότερος. Ο συνοδηγός συνέχιζε τα παιχνίδια με τον αέρα, όταν από το κασσετόφωνο εμφανίστηκαν οι πρώτες νότες μιας μελωδίας που θα άλλαζαν την πορεία ενός ταξιδιού που ξεκίνησε τέσσερις ώρες πρίν. Σταμάτα. Τώρα. Η οδηγός κατέβασε ταχύτητα, έλεγξε τους καθρέπτες και δίχως να ανάψει φλάς, χώθηκε σε μια μικρή παράκαμψη στα δεξιά ενός δρόμου που είχε αρχίσει ήδη να λιώνει. Κανείς δεν μίλησε. Άπλωσε το χέρι της και δυνάμωσε ελάχιστα την ένταση όταν της πρόσφερε το τσιγάρο που μόλις άναψε. Κούνησε αργά το κεφάλι της και τράβηξε το μοχλό, φέρνοντας το σώμα της σε ευθεία με την έξοδο της κασσέτας, σκεπτόμενη πως μπορούσε από στιγμή σε στιγμή να την ρουφήξει και να βρεθεί καθισμένη στο σκαμνί του πιανίστα,  δίπλα του ικανή να αισθάνεται κάθε του ανάσα και κάθε παύση αυτής καθώς τοποθετεί προσεκτικά τα δάχτυλα του στην ασπρόμαυρη σκακιέρα· η αντίδραση των πλήκτρων κάτω από τα κιτρινιασμένα δάχτυλα σαν το δέρμα μέσα στο σκοτάδι που γίνεται ανάγλυφο κάτω από ένα ζεστό γυμνό χάδι. Τοποθέτησε το χέρι του πάνω στο πόδι της  ενώ με το άλλο έφερε το τσιγάρο στα χείλη του. Ο καπνός τον ανάγκασε για μια στιγμή να σφίξει τα βλέφαρα του, χωρίς όμως να καταστρέψει την στιγμή. Σκέφτηκε πως αρκετές ώρες πρίν, βρισκόταν στο δωμάτιο του και διάβαζε ακούγοντας το ίδιο ακριβώς τραγούδι. Χαρτιά γεμάτα γραφικές παραστάσεις σκορπισμένα στο πάτωμα, γεμάτα με λεκέδες από πικρούς καφέδες και σημειώσεις γραμμένες με τέτοια ταχύτητα που πλέον είχαν χάσει την ικανότητα να φανερώνουν τα μυστικά τους. Στην ίδια στροφή, κάτω από το ίδιο κλειδί, οι γραφικές παραστάσεις ζωντάνεψαν δημιουργώντας σχήματα, ίσως και λέξεις, δεν μπορούσε να καταλάβει. θυμάμαι εκείνο το βράδυ που με είχες πάρει τηλέφωνο. Τα μαθηματικά σύμβολα, μετατράπηκαν σε μικρές οντότητες που μαζευτήκαν σε μια άκρη και σαν να συνωμότησαν για μια στιγμή προτού ξεκινήσουν, όλα μαζί, να κατευθύνονται προς τα που; πρός το πάτωμα; Έτριψε τα μάτια του και τα σύμβολα είχαν εξαφανιστεί. Αισθάνθηκε να τα χάνει για μια στιγμή όταν πρόσεξε ότι τα σύμβολα κατευθύνονταν προς την κρεββατοκάμαρα του. δεν μπορούσες να μιλήσεις, ή τουλάχιστον προσπαθούσες αλλά δεν μπορούσες. ήταν τόσο αστείο, στην αρχή είχα τρομάξει, ήθελα να κλείσω το τηλέφωνο. σε ρώταγα διαρκώς, ποιός είναι, θα κλείσω αν δεν μιλήσεις, δώσε μου ένα στοιχείο. Η τσάντα του βρισκόταν κλεισμένη και φουσκωμένη στο κέντρο του δωματίου ανάμεσα σε ανοιχτά συρτάρια και φύλλα ντουλάπα έτοιμα να κλείσουν με ένα τελευταίο χειροκρότημα. Κράτησε το κεφάλι του προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει όταν πρόσεξε τις φωτογραφίες στον τοίχο. Τοπία γνωριμα κι όμως η ανθρώπινη παρουσία ήταν λες και είχε σβηστεί με προσοχή από κάποιο πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνας. Ένα πάρτυ, χρωματιστά ποτήρια στον αέρα γεμάτα ποτά, ένα μπουκάλι μπύρας στον αέρα, εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται κάποιος να τα κρατάει. Ένα καπέλο γενεθλίων και μια καραμούζα θέτουν τα όρια για το κεφάλι του εορτάζοντα. θυμάσαι, σαν εκείνο το θεατρικό με τον μαύρο αδερφό, που προσπαθούσε να πάρει πίσω το πτώμα του νεκρού αδερφού του, και κάτω από την ανάκλαση του φεγγαριού αντάλλασε λέξεις με την λευκή γυναίκα του εργοστασιάρχη. σε κάθε βήμα κατακτούσαν και από ένα γράμμα, από ένα σύμφωνο, από ένα φωνήεν. Πλησιάσε την τσάντα και σηκώνοντας την κατάλαβε πως μέσα βρισκόταν ότι χρειαζόταν. Έσβησε το τσιγάρο, μάζεψε τα χαρτιά από το πάτωμα, πήρε ένα βιβλίο και μερικές κασσέτες και βγήκε έξω. Πίσω του ένα ραδιόφωνο συνέχιζε να παίζει μελωδίες. και μπροστά από τα κάγκελα, κάτω από τις θανατηφόρες συρμάτινες πλεξούδες, έψαχναν τον τρόπο να μιλήσει ο ένας στον άλλον, θυμάσαι εκείνη την στιγμή που αυτή στεναχωρημένη αλλά με πείσμα λέει σιγανά δεν σας καταλαβαίνω, δε σας καταλαβαίνω, δε σας καταλαβαίνω, όταν ξαφνικά η μητρική του γλώσσα μπλέκεται με σύμφωνα δανεισμένα από την δική μας γλώσσα, σαν δώρα από το χώμα της ερήμου που βρίσκεται το εργοστάσιο, και η γλώσσα του μετατρέπται σε κάτι γνώριμο σε εμάς και την λευκή γυναίκα, που κάτω από το φώς του φεγγαριού φαίνεται τόσο χλωμή. Στο σταθμό έβγαλε ένα εισητήριο, Χωρίς επιστροφή παρακαλώ· σας ευχαριστώ. και η στιγμή που είπε επιτέλους σας καταλαβαίνω, αυτός ο πληθυντικός, μια στιγμή πιο δυνατή από κάθε χάδι, αγκαλιά, φιλί, έρωτα που θα μπορούσε να την αντικαταστήσει, μια επιλογή που αλλάζει τα πάντα, πληθυντικός. Μια επιλογή. Μια επιλογή. Το τσιγάρο έκαψε το δάχτυλο του, συνειδητοποίησε πως το τραγούδι είχε τελείωσει και τα γρανάζια τέντοναν την πλαστική κορδέλα αποφασισμένα πως υπάρχει συνέχεια στις στροφές. Κοίταξε δίπλα του. Η εικόνα του καθώς εξύνε τις μπογιές ενός παράθυρου μόλις την προηγούμενη νύχτα δραπέτευσε από την φυλακή της μνήμης, η εικόνα να χτυπάει με δύναμη την πόρτα, φώτα να ανάβουν, βήματα, κάποιος να ρωτάει διστακτικά ποιός είναι. θυμάμαι που σε ξαναρώτησα, πρέπει να σιγουρευτώ οτί είσαι εσύ αλλιώς κλείνω το τηλέφωνο και άρχισες να τραγουδάς, η φωνή σου διαλυμένη, και εσύ τραγούδησες, γέλαγες έβηχες γέλαγες τραγουδούσες έβηχες ούρλιαζες λέξεις και εγώ προσπάθησα να ακολουθήσω αλλά ήταν τόσο όμορφο που ήθελα να σε ακούσω και να τρέξω να σε βρώ να σε κρατήσω να χορέψουμε μαζί αυτόν τον κρυφό ρυθμό. Θέλω να έρθεις μαζί μου. Τώρα. Όχι αύριο ή μεθαύριο. Τώρα. Γιατί αύριο το πρωϊ η τσάντα θα αδειάσει. Τα χαρτιά θα ξαναγεμίσουν σημειώσεις. Η μέρα που θα βγεί θα επιτρέψει στους κατοίκους των φωτογραφιών να επιστρέψουν. Δεν υπάρχει άλλη ευκαιρία. Ή έρχεσαι τώρα ή ... 
Ξεκινάω; ναί. Που πάμε; Κάπου που να μην υπάρχουν τηλέφωνα. 

Μια μπούκλα εμφανίστηκε από το παράθυρο του οδηγού ενός παλιού φόρντ που βρισκόταν παρκαρισμένο σε μια παράκαμψης της εθνικής. Οι ρόδες άρχισαν να σπινιάρουν επιτρέποντας στο αυτοκίνητο να επιστρέψει στον δρόμο και να ξεκινήσει με κατευθύνση προς τα βόρεια. 
Στην άκρη του δρόμου μια κασσέτα βρισκόταν σπασμένη.


------------------------------
Τσάντα καλοκαιρινή: 3 βιβλία (αυτό, αυτό, αυτό, και προφανώς αυτό), να μάθω να μετράω, στην ερώτηση τι είναι διακοπές απαντήστε αυτό, στην μουσική κάντε ότι θέλετε δε με ενδιαφέρει (βέβαια μπέλε εντ σεμπάστιαν το κόκκινο είναι κλασσική καλοκαιρινή επιλογή έ και λίγο τομ με τα πόδια έξω από τη σκηνή και την θάλασσα στα πέντε μέτρα είναι ένα βήμα πιο κοντά στην ευτυχία άντε επειδη έτσι μου ήρθε πάρε εδώ και μια ωραία συλλογή, αλλά και κάποιο ξημέρωμα σε παρακαλώ άκου αυτό και θα με θυμηθείς, εντάξει δεν είναι και η πιο δελεαστική πρόταση αλλά κάντο), δεύτερο μαγιό, τρυπημένη μπλούζα σμίθς, επιχειρήματα για την μη ύπαρξη του θεού, φούξια πετσέτα, οδοντόβουρτσα (χάϊτζιν φέρστ), φωτογραφική, μολύβια, τι ξεχνάω...; ώ παράτα μας.  

4 χαστούκια και μία αγκαλία....:

John Streckfous είπε...

και να μην ξεχνάτε, όχι σκουπίδια σε θάλασσες και ακτές.

Theorema είπε...

Μου δίνετε ένα τσιγάρο, παρακαλώ; Αναμμένο, αν είναι δυνατόν.
Όχι για μένα, για τη γάτα μου είναι... (πρώτα θα κάνω όμως μια τζούρα κι εγώ...).

silentcrossing είπε...

Κι εγώ, κι εγώ θέλω τσιγάρο!

travellirious είπε...

Καλές διακοπές και σε σένα...:-)