Κοιμάσαι; Ναί. Πές μια ιστορία για εμάς. Τώρα; Ναί· πες.
Βρισκόμουν στην άκρη του δρόμου, κάτω από το σήμα του σταθμού του ηλεκτρικού, και περίμενα. Φόραγα ένα υφασμάτινο παντελόνι, μια μαύρη μπλούζα, δίχως σχέδια και διακριτικά. Ακουμπισμένη στα πόδια μου, μια τσάντα από καμβά ξεκουράζεται στην πλάκα του πεζόδρομου· στην επιφάνεια της μια μηχανή έχει τοποθετήσει επιμελώς ένα έργο του Σίλε, κάτι που αυξάνει τις πιθανότητες να έχει αγοραστεί από κάποιο μουσείο, Ποίος; η μηχανή; ... συνεχίζω. Το ύφασμα της τσάντας, σαν μέρος ενός σατανικού σχεδίου, καθώς έπεφτε, σταμάτησε σε μια χαρακτηριστική θέση που δίνει το δικαίωμα σε κάποιον που βρίσκεται σε απόσταση να διακρίνει μονον έναν τεράστιο, αλλά αρκετά χαριτωμένο, κώλο, όπου η ζαλισμένες γραμμές δίνουν την εντύπωση οπισθίων μιας γυναίκας έτοιμης για όλα. Όσο για το περιεχόμενο, αντάξιο του εξωτερικού. Διαφημιστικά για στριπτιτζάδικα; Θα συνεχιστεί πολύ αυτό; Μα, να μην ρωτάω; Καλά. Στην τσάντα υπάρχουν μολύβια και χαρτιά.
Με χαρακτηριστική καθυστέρηση... Μα δεν αργώ ποτέ. Είναι δική μου η ιστορία. Με χαρακτηριστική καθυστέρηση, εμφανίστηκες. Αποφεύγοντας δύο κολώνες, έναν παππού, μια γάτα που εκτοξεύθηκε σαν αστραπή... Έχω μια μικρή υποψία πως υπερβάλλεις αλλά δε θα σε διακόψω. Σταμάτησες και περίμενες.
Φόραγες ένα τεράστιο ψάθινο καπέλο, τόσο μεγάλο που νόμιζα ότι κατι σε είχε περικυκλώσει και επρεπε να τρέξω να σε σώσω. Δεν ξεκίνησα όμως. Ακίνητος κάτω από την ταμπέλα ακουμπισμένος στην κολώνα, έκατσα να σε παρατηρώ. Ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα έβγαλες το καπέλο, τράβηξες το κοκκαλάκι από τον καρπό σου και μάζεψες τα μαλλία σου. Φόραγες ένα φόρεμα κόκκινο με ρίγες άσπρες και μπλέ και κοκκινές μπαλαρίνες. Κοίταξες δεξιά αριστερά, κούνησες το κεφάλι σου σαν να συμφώνησες στον ψίθυρο του αέρα, και σήκωσες την άκρη του φορέματος ψηλότερα επιτρέποντας στα γόνατα σου να φανούν. Οι κινήσεις σου ήταν τόσο ήρεμες και σταθερες.
Θυμήθηκα το βράδυ που ήρθα και σου μίλησα για εκείνη τι στιγμή στη ζωή μου που ... Μη μιλάς γι'αυτό. Θέλω· άκουσε με. Σου εξήγησα τι είχε συμβεί και χωρίς να πείς τίποτα σταμάτησες και με κράτησες στην αγκαλία σου. Δεν μίλησες καθόλου και μου χάρισες το πρώτο σου δώρο. Μια ζωηρή σιωπή.
Δεν έδειχνες να ανησυχείς δευτερολεπτο. Με την πλάτη στην πόρτα του αυτοκινήτου παρατηρούσες τους ανθρώπους, δημιουργώντας την ιστορία του καθενός, εσείς μην είστε στεναχωρημένος κύριε, λες να ξέχασα ανοιχτό το παράθυρο, μα γιατί δε με παίρνει τηλέφωνο, νομίζω πως αντιστρέψω τις αντιστάσεις ο θόρυβος θα εξαφανιστεί. Τα δάχτυλα σου, λεπτά και τραχιά, γεμάτα μπογιές κρυμμένες κάτω από φαγωμένα νυχια σε μια προσπάθεια να μην παρασυρθούν μακρυά από την ελάχιστη προστασία, βρίσκουν πάντα κάτι να κάνουν. Το κάψιμο πίσω από το αριστερό σου αυτί εμφανίζεται καθώς σκύβεις να πιάσεις τα τσιγάρα σου από το εσωτερικό του αυτοκινήτου.
Ο αναπτήρας είναι στην μικρή θήκη της τσάντας σκέφτομαι, όσο εσύ ψάχνεις οπουδήποτε αλλού. Η σκέψη αυτή· μια παρηγορία ικανή να σε κρατήσει ζεστό και στον πιο σκληρό χειμώνα. Η σκέψη της γνώσης. Είσαι εσύ και κάνεις αυτό που πρέπει να κάνεις. Και εγώ το γνωρίζω. Βρίσκομαι εδώ, μακρυά από σένα και σε παρατηρώ και προβλέπω τι θα κάνεις μέχρι την στιγμή που... Τι στιγμή που; Τι στιγμή που ανάβεις το τσιγάρο και κλείνεις τα μάτια σου. Τα αμάξια παγώνουν. Το φανάρι μένει κολλημένο στο πορτοκαλί. Ένας άνθρωπος στέκεται στο ένα πόδι. Σαν να σταμάτησε η γή και εσύ είσαι ετοιμη να το απολαύσεις με το τσιγάρο στο στόμα. Ανοίγεις τα μάτια και όλα ξεκινάνε απότομα. Ο κύριος πέφτει απότομα στο άλλο του πόδι, το φανάρι κοκκινίζει προσκαλώντας τα λάστιχα να εκφραστούν. Και εσύ εκεί. Ήρεμη. Το κοκκαλάκι φεύγει και τα μαλλιά σου μπλέκονται στο πρόσωπο σου και εσύ δεν κουνιέσαι. Καθόλου. Σίγα σιγά ένα χαμόγελο δημιουργείται στα χείλη σου. Ξανακλείνεις τα μάτια. Τα παράθυρα του αυτοκινήτου ανοιχτά, το κλειδί στην μίζα, και εσύ κλείνεις τα μάτια.
Σε πλησιάζω.
Έχεις ακόμα κλειστά τα μάτια.
Πιάνω το χέρι σου.
Γεία, είπες. Δεν άργησες, και ανοίγεις τα μάτια σου.
Ευτυχώς, απάντησα και σε οδήγησα μέσα στο αμάξι για να φύγουμε.
-Τι περίεργη ιστορία.
-Ναί.
-Τι ήθελες να πείς;
-Πως ξέχασα την τσάντα στο σταθμό.
-Κρίμα· ήταν η αγαπημένη μου τσάντα. Θα βρούμε μια καινούρια να αγαπήσουμε.
-----
drawing inspiration found here

4 χαστούκια και μία αγκαλία....:
και μετά καθόμαστε και βλέπουμε αυτό
http://www.youtube.com/watch?v=kEBXWbdtOeE
και στη συνέχεια ακούμε αυτό
http://www.youtube.com/watch?v=SJX7snmHNUo
και μετά πάμε για ύπνο
και μετά εμφανίζεται μια γάτα που σας ρωτάει: "θέλετε να σας χαρίσω μία καινούρια τσάντα;"...
Εσείς λέτε "ναι".
Αφήνει μπροστά στα πόδια σας την υφασμάτινη τσάντα και εξαφανίζεται στο σκοτάδι.
Χωρίς να πει τίποτε άλλο.
Περνούν τα δευτερόλεπτα και η γάτα ξεμακραίνει.
Σε λίγο, το μόνο που διακρίνετε πλέον, είναι η καύτρα από το τσιγάρο της.
Δημοσίευση σχολίου