Είναι διαφορετική μέρα· αυτή είναι η πρώτη σκέψη που κάνεις. Και είναι όντως, αλλά δεν το επεξεργάζεσαι αρκετά από φόβο μήπως φύγει. Στην διαδρομή προσέχεις τις λεπτομέριες που τόσες μέρες δεν ήθελες να γνωρίσεις, εκείνη η ταμπέλα, αυτός ο τοίχος, κοίτα τους πως κάθονται κάτω από τον ήλιο και γελάνε μετά από τόσο πόνο. Όλοι είναι πλέον αποφασισμένοι να μοιραστούν μαζί σου κάτι χωρίς να το ζητήσει κανείς, και όταν φτάνεις διαλέγεις καινούρια μονοπάτια για να πάρεις ιδέες όπως έχεις μάθει να κάνεις κάθε πρωϊ της καινούριας ζωής σου και ξαφνικά τα χέρια σου αγκαλιάζουν πράγματα, χαϊδέυουν επιφάνειες (πόσο καιρό έλειπα;) και ιδέες επιστρέφουν. Και συνεχίζεις. Καταφέρνεις μετά από αρκετό καιρό (πόσες μέρες έχασα;) να βάλεις σε μια πρόταση όλες σου τις απορίες και να τις τοποθετήσεις σε ένα κομμάτι χαρτί, σαν να ακουμπάς έναν άνθρωπο που κοιμάται στα σκεπάσματα, προσεχτικά μήπως και ξυπνήσει. Απομακρύνεις το βλέμμα σου από το χαρτί, διαβάζεις δυνατά την ερώτηση και προσέχεις πως υπάρχει κάποιο νόημα σε όλο αυτό, σε μια και μόνο λέξη. Humility! Seek oneself, loose oneself in strange lands! But with a guiding line, with bread crumbs or white pebbles. Σε ένα εικοσιτετράωρο χωράνε πολλές αναμνήσεις· ίσως είναι συμαντικότερο να στριμωχτούν εκει μέσα από το να προσπαθήσεις να τις ζήσεις. Είναι τόσο κουραστικό τελικά, ειλικρινά πολύ κουραστικό. Οι θέσεις που θα αναλάβουν σε αυτό το χρονικό διάστημα είναι επιλεγμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να αισθανθείς την διαφορά. Αυταπόδεικτα πλέον, το πραγματικά απλό είναι το πιό δύσκολο, αυτό που δεν τολμούσες να κάνεις ενώ είχες όλα τα εργαλεία στα χέρια σου, και εκείνη η στιγμή που φέρνεις το αυτί σου κοντά να ακούσεις την μελωδία σαν μια ξεκάθαρη συχνότητα, είναι το χρώμα από την αγαπημένη σου ανάμνηση. Σφίγγεις τα χέρια σου από τη χαρά. Κρύβεσαι κάτω από το τραπέζι όταν ξεκινήσουν τα παιχνίδια και εγκλωβιστείς σε μια αθωότητα γνώριμη αλλά ξεχασμένη. Οι λεπτομέριες. Τα σπίτια ανάμεσα από τις τζαμαρίες, ποιός κατάφερε και τα τοποθέτησε εδω πέρα, σαν τους πρώτους εξερευνητές όταν αντίκρυσαν το πέτρινο δαχτυλίδι, χαμογέλασαν ή σταματήσαν και κοιτούσαν ο ένας τον άλλον με απορία; Dust and literature have always gone hand in hand. H ιστορία, ο προσκυνητής φυλακισμένος δίπλα στο ίδαλμα, μα έρχεται το τέλος του κόσμου, ά μην ανησυχείτε δεν το κάνατε εσείς, κάπως έτσι πάει. Και όταν ξανανοίγεις τα μάτια είσαι μόνος, μηδενίζεις τις ενδείξεις και βγαίνεις έξω, εκεί που η νύχτα αναλαμβάνει την συνέχεια της ιστορίας του ανθρώπου, και η φωνή που σε πρόσεχε σαν παιδί, επιστρέφει να σου πεί να μην το ξανασκεφτείς όλα θα πάνε καλά· nights made for walking or fucking, nights made for talking. Είσαι πλέον έξω από το σπίτι και όταν ανοίγεις την πόρτα η μουσική απότομα αλλάζει όπως και η νύχτα. something that blinks out very quickly, the lights of a factory at the end of the day. No, more like the lights of an office building eager to blend into the anonymity of night. It's a contrived image, but it's what he would've chosen. A contrived image with two or three dirty words tacked on. Με την πόρτα ανοιχτή αισθάνεσαι την παρουσία του. Δεν μπορείς να διαπεράσεις το σκοτάδι, αλλά ξέρεις πως είναι εκεί. Ο άντρας των έξι λεπτών. Σε περίμενε καπνίζοντας ένα ξεχασμένο πακέτο τσιγάρα. Η μυρωδιά είναι έντονη και δεν μπορείς να συγκρατήσεις τα δάκρυα. Ξέρεις γιατί βρίσκεται εδώ. And that was how i felt, not like the dead but like a reluctant guest in the world of the dead. I had to stay quiet. Κλείνεις την πόρτα πίσω σου αφήνοντας τα φώτα κλειστά· δε θές να δείς το χαρακωμένο πρόσωπο του. Πέφτεις στο κρεββάτι και σε παίρνει ο ύπνος. Αμέσως. Πριν προλάβει να τελειώσει το τραγούδι. Πριν τελειώσουν τα έξι λεπτά που θα τον εξαφανίσουν.
------
pic: skantzman

4 χαστούκια και μία αγκαλία....:
να ακούω μονο field mice και τίποτα άλλο.
να μην το ξεχάσω.
επίσης να κλείσω το θερμο-σύφουνα.
field mice λοιπόν ε??
τελικά πόσο κόσμο έχουν "παιδεύσει" αυτοί??
καλό απόγευμα!!!
field mice, like, like, like!!!
κλείσε τον...
Άστον να καίει...
Δημοσίευση σχολίου